Η πολυτάραχη ιστορία του Μον Παρνές: Από το όραμα του Καραμανλή στο καζίνο-θρύλο και τη μεγάλη έξοδο
Το φιλόδοξο σχέδιο που γεννήθηκε για να αλλάξει τον ελληνικό τουρισμό.
Όταν το Μον Παρνές εγκαινιάστηκε, σαν σήμερα, στις 17 Ιουνίου 1961, παρουσιαζόταν ως ένα από τα πιο φιλόδοξα αναπτυξιακά έργα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Το όνομά του, που σημαίνει «Βουνό Πάρνηθα» στα γαλλικά, και η δημιουργία του πιστώνεται στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος υπήρξε ο βασικός υποστηρικτής του σχεδίου.
Η κατασκευή του εντάχθηκε στο ευρύτερο πρόγραμμα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού για την ανάπτυξη σύγχρονων τουριστικών υποδομών. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας πολυτελής ορεινός προορισμός σε απόσταση αναπνοής από την Αθήνα, ικανός να προσελκύσει Έλληνες και ξένους επισκέπτες όλο τον χρόνο.
Το συγκρότημα ανεγέρθηκε στη θέση Μαυροβούνι της Πάρνηθας, σε υψόμετρο 1.078 μέτρων, μέσα σε μια δασική έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων. Τα σχέδια προέβλεπαν όχι μόνο ξενοδοχείο, αλλά και μπανγκαλόους, εστιατόρια, αθλητικές εγκαταστάσεις και χώρους ψυχαγωγίας.
Το αρχιτεκτονικό στολίδι που δίχασε την εποχή του
Τη μελέτη του ξενοδοχείου ανέλαβε ο σημαντικός Έλληνας αρχιτέκτονας Παύλος Μυλωνάς, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού μοντερνισμού.
Από την πρώτη στιγμή, το έργο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Υποστηρικτές του μιλούσαν για ένα πρωτοποριακό αρχιτεκτονικό επίτευγμα, ενώ οι επικριτές του το χαρακτήριζαν υπερβολικό και πολυδάπανο.
Η συζήτηση πήρε και πολιτικές διαστάσεις, καθώς η αντιπολίτευση κατηγορούσε την κυβέρνηση για ένα έργο που κόστισε πολλαπλάσια από τον αρχικό προϋπολογισμό. Το Μον Παρνές έγινε έτσι σύμβολο τόσο της αναπτυξιακής φιλοδοξίας της εποχής όσο και των πολιτικών αντιπαραθέσεων που τη συνόδευσαν.
Τα λαμπερά εγκαίνια και η απογοήτευση που ακολούθησε
Τα εγκαίνια αποτέλεσαν το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Περισσότεροι από 700 προσκεκλημένοι, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, επιχειρηματίες και προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ βρέθηκαν στην Πάρνηθα.
Την κορδέλα έκοψε ο τότε υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, παρουσία του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ανάμεσα στους επίσημους ξεχώρισαν οι διεθνούς φήμης ηθοποιοί Κουρτ Γιούργκενς, Αμεντέο Νατσάρι και Μισελίν Πρελ, ενώ τη βραδιά έκλεισε μουσικά ο Μπομπ Αζάμ.
Παρά τη λαμπρή εκκίνηση, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Οι προβλέψεις για χιλιάδες επισκέπτες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Μέσα σε λίγα χρόνια το ξενοδοχείο αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα πληρότητας, φτάνοντας το 1963 να έχει περισσότερους εργαζόμενους από πελάτες.
Η χειμερινή λειτουργία διακόπηκε και το Μον Παρνές άρχισε να λειτουργεί μόνο τους θερινούς μήνες.
Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έγραφε αργότερα: «Πρόκειται για ένα έργο που κατά τη γνώμη μου και καλλιτεχνικά και οικονομικά αποτελούσε μιαν αποτυχία».
Η μεταμόρφωση σε καζίνο και η γέννηση ενός θρύλου
Η μεγάλη καμπή ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Με την Χούντα των Συνταγματαρχών, ο γενικός γραμματέας Τουρισμού Κωνσταντίνος Μπαλόπουλος ζήτησε το 1967 από τον Απόστολο Δοξιάδη του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» να αναλάβει τη διαχείριση και του Μον Παρνές, αλλά μετά από μια θερινή περίοδο λειτουργίας τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα, οπότε δρομολογήθηκε η απόφαση για τη μετατροπή του σε Καζίνο.
Το 1969 η διαχείριση πέρασε στον Κύπριο επιχειρηματία Φρίξο Δημητρίου, ιδιοκτήτη του Olympic Casino στο Λονδίνο, ο οποίος εκείνη την περίοδο διαπραγματευόταν με τον Αριστοτέλη Ωνάση για την αγορά του μεριδίου του στο Καζίνο του Μόντε Κάρλο.
Ο επιχειρηματίας προχώρησε σε εκτεταμένες παρεμβάσεις για να μετατρέψει το προβληματικό ξενοδοχείο σε κέντρο τυχερών παιχνιδιών. Το καζίνο άνοιξε επίσημα τις πύλες του στις 5 Φεβρουαρίου 1971.
Περισσότεροι από 2.000 Αθηναίοι ανηφόρισαν εκείνο το βράδυ στην Πάρνηθα, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή. Από τότε καθιερώθηκε και η χαρακτηριστική φράση «πάμε βουνό», συνώνυμη μιας βραδιάς στο καζίνο.
Η είσοδος ήταν αυστηρά ελεγχόμενη. Οι επισκέπτες έπρεπε να επιδεικνύουν φορολογική δήλωση, ενώ η πρόσβαση απαγορευόταν στους δημοσίους υπαλλήλους.
Το τελεφερίκ και τα χρόνια της χλιδής
Το 1972 η λειτουργία του τελεφερίκ έκανε την πρόσβαση στην Πάρνηθα ευκολότερη και εντυπωσιακότερη.
Για δεκαετίες το Μον Παρνές αποτέλεσε σημείο αναφοράς της αθηναϊκής νυχτερινής ζωής. Πολιτικοί, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες και προσωπικότητες της κοσμικής Αθήνας περνούσαν από τα τραπέζια και τις αίθουσες του καζίνο, το οποίο απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις στη συλλογική μνήμη της πρωτεύουσας.
Το 1974 το ξενοδοχειακό τμήμα σταμάτησε οριστικά να λειτουργεί και το συγκρότημα επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη δραστηριότητα του καζίνο.
Το Μον Παρνές πέρασε και πάλι στη διαχείριση του ΕΟΤ το 1984, ενώ δέκα χρόνια μετά, το κέντρο βάρους του τζόγου μετακινήθηκε από το βουνό στην παραλία, με την ίδρυση Καζίνο στο Λουτράκι και έτσι το Μον Παρνές έχασε την αίγλη του.
Ο σεισμός του 1999 και η αρχή της παρακμής
Ο καταστροφικός σεισμός της Πάρνηθας το 1999 προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο ξενοδοχειακό συγκρότημα.
Ρωγμές, στατικά προβλήματα και καταρρεύσεις τμημάτων του κτιρίου επιδείνωσαν μια ήδη δύσκολη κατάσταση. Το ξενοδοχειακό σκέλος εγκαταλείφθηκε οριστικά, ενώ το καζίνο παρέμεινε η μοναδική ενεργή δραστηριότητα του χώρου.
Το 2003 η διαχείριση πέρασε σε νέο επιχειρηματικό σχήμα με τη συμμετοχή της Regency Entertainment, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο για το καζίνο της Πάρνηθας.
Η μεγάλη μετακόμιση στο Μαρούσι
Σήμερα το Μον Παρνές βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη αλλαγή της ιστορίας του. Με βάση το Προεδρικό Διάταγμα του 2023 και μετά τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις, το καζίνο ετοιμάζεται να εγκαταλείψει οριστικά την Πάρνηθα και να μεταφερθεί στο Μαρούσι, στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας και Σπύρου Λούη.
Το νέο συγκρότημα, που αναπτύσσεται μέσω του project Voria από τη North Star Entertainment, αποτελεί επένδυση ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ και θα περιλαμβάνει ξενοδοχείο πέντε αστέρων, χώρους συνεδρίων, εστίασης, ψυχαγωγίας και το νέο καζίνο.
Η λειτουργία του νέου συγκροτήματος αναμένεται τα επόμενα χρόνια, σηματοδοτώντας το τέλος της παρουσίας του καζίνο στην κορυφή της Πάρνηθας ύστερα από περισσότερες από πέντε δεκαετίες.
Τι μέλλει γενέσθαι για το ιστορικό Μον Παρνές
Το μεγάλο ερώτημα πλέον αφορά το μέλλον του εμβληματικού συγκροτήματος στην Πάρνηθα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ), βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μελέτη για την αξιοποίηση τόσο του Μον Παρνές όσο και του ιστορικού Σανατορίου της Πάρνηθας. Οι συζητήσεις επικεντρώνονται σε μορφές ήπιας τουριστικής ανάπτυξης και χρήσεις συμβατές με τον χαρακτήρα του Εθνικού Δρυμού.
Παράλληλα, το τελεφερίκ προβλέπεται να περάσει στη διαχείριση του Δήμου Αχαρνών, ενώ το ιστορικό κτίριο καλείται να βρει έναν νέο ρόλο μετά από μια διαδρομή που ξεκίνησε ως σύμβολο του ελληνικού τουρισμού, εξελίχθηκε σε «ναό» της αθηναϊκής νυχτερινής ζωής και πλέον εισέρχεται σε μια εντελώς νέα εποχή.